ΛΕΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΕΛΠΙΔΑ;

Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που βρέθηκα σε θερινό σινεμά. Ήταν το καλοκαίρι του 1983, στα Νέα Πλάγια στην Χαλκιδική και είχαμε πάει για να δούμε τον Ε.Τ. τον εξωγήινο του Σπίλμπεργκ. Έχω ακόμα τον ήχο από τις μεταλλικές καρέκλες με τα πλαστικά σχοινιά στην πλάτη και το κάθισμα να σέρνονται στα χαλίκια στα αυτιά μου καθώς παίρναμε τις θέσεις μας. Η μυρωδιά του τσιγάρου του πατέρα μου και η γεύση από το βουτυρωμένο ποπ κορν είναι ακόμα εκεί. Από την ταινία δεν θυμάμαι και πολλά, την είδα αρκετές φορές βέβαια από τότε, όμως θυμάμαι να κοιτάω την οθόνη συνεπαρμένος και κάπως φοβισμένος από τον εξωγήινο και την περιπέτειά του για να γυρίσει σπίτι.

Είναι βέβαιο ότι από κάτι τέτοιες στιγμές γεννήθηκαν ταυτόχρονα πολλές μου αγάπες. Για την επιστημονική φαντασία, για τις ταινίες, για τις ιστορίες αλλά και για το σινεμά.

Η οικογένεια μου την επόμενη χρονιά άνοιξε ένα από τα πρώτα video club στην Θεσσαλονίκη. Video Club Look, στην Παπακυριαζή 20, λίγο κάτω από το μικρό πάρκο της Κρήτης αλλά και το ΜΑΞΙΜ σινεμά που λειτουργούσε τότε. Μετά έγινε σούπερ μάρκετ. Σε εκείνο το video club μεγάλωσα, με εξώφυλλα ταινιών, νέες παραλαβές, αφίσες και τόσα πολλά ακόμα που χωρίς να το ξέρω με διαμόρφωναν. Λίγα χρόνια μετά ανοίξαμε και μερικά ακόμα video club με το μεγαλύτερο να είναι στην περιοχή Χαριλάου, στην οδό Μαρασλή. Αυτό ήταν και το τελευταίο που έκλεισε το 2008 μιας και το ίντερνετ έφερε το τέλος σε αυτό το επάγγελμα που λάτρευα.

Το μαγαζί εκείνο στην Μαρασλή ήταν το κέντρο της παρέας μου για πολλά χρόνια. Οι φίλοι περνούσαν, μιας και γνώριζαν ότι πάντα θα με βρουν εκεί, καθόμασταν, βλέπαμε ταινίες και γεμίζαμε στιγμές. Εκεί πέρασα και τις πρώτες χρονιές με την γυναίκα μου, πάλι με τις ταινίες καθημερινά, μερικές από τις οποίες έβλεπα σε γρήγορη κίνηση γιατί ήταν “της σειράς” όπως λέγαμε και ήθελα απλά να ξέρω την υπόθεση για να τις προτείνω στους ανθρώπους που ερχόταν καθημερινά και με ρωτούσαν πάντα με την ίδια ατάκα “Ήρθε κανένα καλό;”. Η αναζήτηση της καλής ταινίας χωρίς το ίντερνετ τότε ήταν πραγματική έρευνα και έπρεπε να ξέρεις και τον χαρακτήρα του πελάτη για να κάνεις την ανάλογη πρόταση.

Πολλές φορές μετά από μια ολόκληρη μέρα στο μαγαζί, έκλεινα στις 12 και μαζί με την γυναίκα μου πηγαίναμε σινεμά στην Θεσσαλονίκη για να δούμε τις νέες κυκλοφορίες. Ήταν μια φθηνή τότε καθημερινή διασκέδαση.

Θυμάμαι την άρνηση μου για τις μεγάλες αλυσίδες σινεμά που μόλις είχαν ανοίξει στην Θεσσαλονίκη. Δεν τις ήθελα. Μάλωνα με την παρέα που με δελέαζε με Dolby Surround ήχο και άλλες ευκολίες. Έκανα πολλά χρόνια να πάω εκεί. Προτιμούσα το Βακούρα, το Αθήναιον, το Ναταλί, τα Ηλύσια και αρκετά ακόμα σινεμά. Το καλοκαίρι πήγαινα στα ανοιχτά, καλοκαιρινά, το Απόλλων, το Ελληνίς και άλλα. Εκεί συχνά συναντούσα τους ίδιους φίλους, τον φίλο μου και χειριστή μηχανής Μανώλη με τον αδερφό του τον Πέτρο που ήταν και πελάτες στο video club. Οι σινεφίλ ήμασταν μια ανοργάνωτη παρέα που πέφταμε ο ένας μπροστά στον άλλο σε μεταμεσονύκτιες προβολές που πολλές φορές ήταν πολύ μοναχικές, όπως χαρακτηριστικά θυμάμαι μία φορά που είδαμε το Απέραντο Γαλάζιο στο Βακούρα, εκεί πάνω από την Καμάρα, με μόλις μία γυναίκα μέσα και εμένα με τους δύο φίλους μου να μαγευόμαστε από την ιστορία του Ζακ Μαγιόλ.

Όμως λίγο λίγο τα σινεμά έκλειναν και έγιναν σούπερ μάρκετ. Η ευκολία του πάρκινγκ γέμιζε τα σινεπλέξ. Πήγα πια και εγώ. Ακόμα θυμάμαι την έκπληξή μου όταν η ταινία δεν είχε πια διάλειμμα. Οι τιμές ανέβηκαν, οι επισκέψεις μειώθηκαν, οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν και, παρόλο που τα σινεμά γεμίζουν ακόμα, προσωπικά ένιωσα το σινεμά να αργοσβήνει όπως το video club.

Σήμερα όμως, περπατώντας στην γειτονιά μου την Χαριλάου για βόλτα είδα κάτι που έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει πιο γρήγορα και το χαμόγελο να έρθει στο στόμα μου. Εκεί, μέσα στο στενό λίγο πριν την Νέα Ελβετία, την Δημάρχου Δίγκα είδα ένα νέο θερινό σινεμά να έχει ολοκληρώσει τις ετοιμασίες του και να έχει πινακίδα ότι ανοίγει σε λίγες ημέρες.

Δεν έχω ιδέα ποιος το έχει, σίγουρα όμως θα έρθει στον δρόμο μου και αυτή η πληροφορία, αλλά μέσα μου ήρθε μια σκέψη. Λες να υπάρχει ελπίδα; Λες να νιώσω πάλι εκείνη την μυσταγωγία της καθημερινής, ζεστής διασκέδασης του να δεις μια ταινία σε ένα θερινό σινεμά στο κέντρο της πόλης, έστω και με τα κινητά τριγύρω;

Μεγάλωσα, και δεν είναι ερώτηση αλλά δήλωση, μεγάλωσα. Νοσταλγώ όπως έβλεπα να νοσταλγούν και δεν καταλάβαινα γιατί δεν πήγαιναν παρακάτω. Ήταν πράγματι πιο ρομαντικά τότε ή ήμουν εγώ απλά καθαρότερος;

Αφήστε μια απάντηση